Δημοσιεύτηκε: 13 Ιουν 2007 04:43 am
Μερτζανε, όπως κι εσύ καλά κάνεις και επισημαίνεις αυτό που εσύ θεωρείς λάθος έτσι και οι υπόλοιποι έχουν το ίδιο δικαίωμα: να σου επισημάνουν τί αυτοί θεωρούν λάθος, χωρίς να θέλουν να παραστήσουν τους «ρεμπετολόγους».
Θα πω κι εγώ τί νομίζω, όμορφα κι ωραία:
Το τραγούδι λέει: «Εφουμέρναμ' ένα βράδυ αργιλέ, σπαχάνη μαύρη.»
Δεν αρκούμαι μόνο στο ότι αυτό ακούνε τα αυτιά μου (και όλων των υπολοίπων). Στέκομαι αντιθέτως στο ότι αυτή η εκδοχή βγάζει νόημα ενώ η άλλη που προτείνεις δε βγάζει. (Όσο για τη λέξη «με» πριν από τον αργιλέ, δεν ακούω κάτι τέτοιο). Εξηγούμαι:
«Σπάγαν οι μαύροι»; Ποιό είναι το αντικείμενο της πρότασης; (Δηλαδή τί πράγμα σπάγαν;) Σπάγαν «σκέτο» σημαίνει στην αργκό: φεύγαν, λακάγαν. Επίσης η έκφραση που ξέρω είναι «φτιάχναν κεφάλι» ή «κάναν κεφάλι», δεν έχω ακούσει ποτέ να λένε «σπάγαν κεφάλι» εννοώντας «μαστουρώνανε». Μόνο κυριολεκτικά το έχω ακούσει (πχ «στη μάχη, οι Ούνοι σπάγαν κεφάλια»). Δηλαδή, κάτι λείπει, δε στέκει ως πρόταση, δε βγαίνει νόημα.
Πάρε ένα-ένα τα τραγούδια του Μάρκου όμως και θα δεις ότι οι στίχοι του παντού βγάζουν συγκεκριμένο νόημα και δεν μπερδεύουν. Κάποιος φιλόλογος ίσως θα μπορούσε να το εξηγήσει καλύτερα από μένα αλλά τέλος πάντων, αποτελούνται από απλές προτάσεις, συγκεκριμένες (όχι αφηρημένες), με αρχή και τέλος.
Και επίσης, ποιοί είναι αυτοί οι μαύροι και πού κολλάν στο τραγούδι; Τους αναφέρει πουθενά αλλού; Ο επόμενος στίχος είναι:
«δίχως να'χουμε την πόρτα, τσιλιαδόρους όπως πρώτα»
που συνδέεται με το «εφουμέρναμε». Δηλαδή, το τραγούδι διηγείται την εξής ιστορία:
«Ένα βράδυ, εφουμέρναμε αργιλέ (σπαχάνη μαύρη) δίχως νά'χουμε στην τσιλιαδόρους στην πόρτα, όπως πρώτα.»
Δεν θα έκοβε ο Μάρκος σε καμία περίπτωση την πρόταση στη μέση για να αναφερθεί στο τί κάναν κάποιοι μαύροι (ποιοί μαύροι;). Αυτό το πράγμα θα ήταν αντίθετο με τους άγραφους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους δομείται ο παραδοσιακός δεκαπεντασύλλαβος στίχος. Σε κανένα δημοτικό τραγούδι, για παράδειγμα, δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Και ο Μάρκος συνέχιζε μια παράδοση.
Θα πω κι εγώ τί νομίζω, όμορφα κι ωραία:
Το τραγούδι λέει: «Εφουμέρναμ' ένα βράδυ αργιλέ, σπαχάνη μαύρη.»
Δεν αρκούμαι μόνο στο ότι αυτό ακούνε τα αυτιά μου (και όλων των υπολοίπων). Στέκομαι αντιθέτως στο ότι αυτή η εκδοχή βγάζει νόημα ενώ η άλλη που προτείνεις δε βγάζει. (Όσο για τη λέξη «με» πριν από τον αργιλέ, δεν ακούω κάτι τέτοιο). Εξηγούμαι:
«Σπάγαν οι μαύροι»; Ποιό είναι το αντικείμενο της πρότασης; (Δηλαδή τί πράγμα σπάγαν;) Σπάγαν «σκέτο» σημαίνει στην αργκό: φεύγαν, λακάγαν. Επίσης η έκφραση που ξέρω είναι «φτιάχναν κεφάλι» ή «κάναν κεφάλι», δεν έχω ακούσει ποτέ να λένε «σπάγαν κεφάλι» εννοώντας «μαστουρώνανε». Μόνο κυριολεκτικά το έχω ακούσει (πχ «στη μάχη, οι Ούνοι σπάγαν κεφάλια»). Δηλαδή, κάτι λείπει, δε στέκει ως πρόταση, δε βγαίνει νόημα.
Πάρε ένα-ένα τα τραγούδια του Μάρκου όμως και θα δεις ότι οι στίχοι του παντού βγάζουν συγκεκριμένο νόημα και δεν μπερδεύουν. Κάποιος φιλόλογος ίσως θα μπορούσε να το εξηγήσει καλύτερα από μένα αλλά τέλος πάντων, αποτελούνται από απλές προτάσεις, συγκεκριμένες (όχι αφηρημένες), με αρχή και τέλος.
Και επίσης, ποιοί είναι αυτοί οι μαύροι και πού κολλάν στο τραγούδι; Τους αναφέρει πουθενά αλλού; Ο επόμενος στίχος είναι:
«δίχως να'χουμε την πόρτα, τσιλιαδόρους όπως πρώτα»
που συνδέεται με το «εφουμέρναμε». Δηλαδή, το τραγούδι διηγείται την εξής ιστορία:
«Ένα βράδυ, εφουμέρναμε αργιλέ (σπαχάνη μαύρη) δίχως νά'χουμε στην τσιλιαδόρους στην πόρτα, όπως πρώτα.»
Δεν θα έκοβε ο Μάρκος σε καμία περίπτωση την πρόταση στη μέση για να αναφερθεί στο τί κάναν κάποιοι μαύροι (ποιοί μαύροι;). Αυτό το πράγμα θα ήταν αντίθετο με τους άγραφους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους δομείται ο παραδοσιακός δεκαπεντασύλλαβος στίχος. Σε κανένα δημοτικό τραγούδι, για παράδειγμα, δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Και ο Μάρκος συνέχιζε μια παράδοση.